ΜΜΕ

Η διαχρονική γεωπολιτική σημασία της Δωδεκανήσου

dodekanisa-6-600x447Του Παντελή Σαββίδη, ομιλία στο Σύλλογο Δωδεκανησίων Θεσσαλονίκης.

Γιορτάζουμε σήμερα την 66η επέτειο από την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στον εθνικό κορμό. Όσο και αν επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο από τους ομιλητές, με την ευκαιρία της επετείου της ενσωμάτωσης, θα πρέπει να επισημάνουμε τις θυσίες των κατοίκων αυτού του συμπλέγματος νησιών να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους και την ενσωμάτωση του τόπου τους στη μητέρα πατρίδα.

Όπως και σε άλλ  α γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, έτσι και στα Δωδεκάνησα, από ένα σημείο και πέρα το θέμα της μοίρας του νησιωτικού συμπλέγματος και της προοπτικής ένταξής του στον εθνικό κορμό, έφυγε από τα χέρια της επίσημης ελληνικής κυβέρνησης η οποία δεν μπορούσε να το διαχειριστεί και πέρασε σε ανεπίσημη διαχείριση, στη θέληση ιδιωτών και των κατοίκων των νησιών.

Κάτι ανάλογο, δηλαδή, που έγινε και με τη Μακεδονία. Χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί το «Μακεδονικό Κομιτάτο» με τον Καλαποθάκη στην Αθήνα και μια πλειάδα αγωνιστών στη Μακεδονία, για να ενδιαφερθεί το εθνικό κέντρο για τη μοίρα ελληνικών πληθυσμών που παρέμεναν, και μετά την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, υπόδουλοι στους Οθωμανούς.

Το θέμα μας σήμερα είναι να δούμε τη διαχρονική γεωπολιτική σημασία της Δωδεκανήσου.

Είναι απορίας άξιον με πόση επιμονή από την εποχή των Μυκηναίων και των Δωριέων, τα νησιά της Δωδεκανήσου κατοικήθηκαν από ελληνικούς πληθυσμούς παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι κάποια στιγμή θα υποστούν μιαν επίθεση.

Οι αγώνες και η βούληση των κατοίκων τους, πρωτίστως, οι σωστές συμμαχίες και η ευνοϊκή συγκυρία, βοήθησαν στις 7 Μαρτίου 1948, τα Δωδεκάνησα να γίνουν μέρος της ελληνικής επικράτειας.

Ο Δωδεκανησιακός χώρος διαδραμάτισε έναν σημαντικό διαχρονικό γεωπολιτικό ρόλο. Αποτέλεσε φορέα επικοινωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού και του Μεσογειακού κόσμου. Ένωσε τη Δύση με την Ανατολή και το Βορρά με το Νότο.

ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ελληνική παρουσία στο σύμπλεγμα είναι διαρκής από τη δεύτερη π.χ. χιλιετία.

Την ιστορία του τόπου σας τη γνωρίζετε καλύτερα από εμένα αλλά, για την οικονομία της συζήτησης σας υπενθυμίζω επιγραμματικά πως αρχαιότεροι κάτοικοι των νησιών ήταν  οι Τελχίνες και οι Κάρες, αργότερα οι Αχαιοί και οι Δωριείς. Τα Δωδεκάνησα, ήταν μέλος της πρώτης και της δεύτερης Αθηναϊκής Συμμαχίας. Γνώρισαν μεγάλη ακμή κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Με την υποταγή τους αργότερα στη ρωμαϊκή κυριαρχία, αποτέλεσαν τμήμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους (395 μ.Χ.).

Το 1310 βρέθηκαν κάτω από την εξουσία των Ιωαννιτών Ιπποτών και η περίοδος αυτή αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην ιστορία τους.

Οι Τούρκοι τα κατέλαβαν το 1522. Στην Τουρκοκρατία αναφέρονταν σαν Προνομιούχα νησιά του Αρχιπελάγους..

Από το 1912 τα κατείχαν οι Ιταλοί  και τελικά απελευθερώθηκαν το 1945.

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ- ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Είναι γνωστές οι τρείς δωρικές πόλεις της Ρόδου (Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμιρος) και ο ρόλος που διαδραμάτισαν ως πόλεις κράτη. Η Λίνδος, συνέχισε την παλαιότερη ναυτιλιακή και εμπορική παράδοση και οι άλλες δύο, την αριστοκρατικού τύπου αγροτική παραγωγή.

Οι σχέσεις με την απέναντι στεριά ήταν στενές και μαζί με την Κω και, απέναντι, την Κνίδο και Αλικαρνασσό, συγκρότησαν τη δωρική εξάπολη.

Πλοία μερικών νησιών αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος, υπό την ηγεσία της βασίλισσας της Αλικαρνασσού Αρτεμισίας, στον πόλεμο των Περσών κατά των ηπειρωτικών πόλεων αλλά μετά τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου για τους έλληνες, ναυτική δύναμη της Αθήνας απομάκρυνε τους Πέρσες. Οι Ρόδιοι πήραν μέρος και στις δύο αθηναϊκές συμμαχίες και την περίοδο αυτή ανέδειξαν στην ηγεσία τους τρείς γενιές ολυμπιονικών το Διαγόρα, τους γιούς του και τα εγγόνια του.

Στα χρόνια της εκστρατείας του Αλεξάνδρου της Μακεδονίας, η Ρόδος και η Κως τάχθηκαν με το μέρος του. Μετά το θάνατό του, όμως, απομάκρυναν τις μακεδονικές φρουρές και επιδόθηκαν στη ναυτιλία. Από τις ναυτιλιακές δραστηριότητες αποκόμισαν μεγάλα κέρδη, κυρίως, η Ρόδος, διότι επωφελήθηκε από τον οικουμενικό οικονομικό χώρο που προέκυψε, από τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου. Τα νησιά και κυρίως η Ρόδος ανέπτυξαν σχέσεις με τους Πτολεμαίους που τους πρόσφεραν μεγάλες δυνατότητες.

Οι σχέσεις με την Αίγυπτο έχουν μια ιστορική διάρκεια και χαρακτηρίζουν τη γεωπολιτική σημασία της Δωδεκανήσου διαχρονικά.

Οι Ρόδιοι, απέφυγαν να αναμιχθούν στις διενέξεις των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου.

Αρνήθηκαν να ενισχύσουν με πλοία τον Δημήτριο, γιό του Αντίγονου, για να πολεμήσει τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου. Ο Δημήτριος με πολλά πλοία και πολιορκητικές μηχανές πολιόρκησε για ένα έτος (305-304) τη Ρόδο, χωρίς αποτέλεσμα.

Το ποσό που απέφερε στους Ρόδιους η εγκατάλειψη των πολιορκητικών μηχανών και των άλλων όπλων του Δημητρίου, το διέθεσαν για να υψωθεί μνημείο αντάξιο της νίκης τους. Ήταν ο περίφημος στην Αρχαιότητα Κολοσσός της Ρόδου.

Τα χρόνια που ακολούθησαν η Ρόδος, αποτελεί τον ισχυρότερο παράγοντα του διαμετακομιστικού εμπορίου του Ελληνιστικού κόσμου συμβάλλοντας στην ανάπτυξή του και στη δική της ευημερία.

Φαίνεται καθαρά ο γεωπολιτικός ρόλος της αυτήν την εποχή λόγω της γεωγραφικής της θέσης.

Τα πλοία της σχίζουν ασταμάτητα τόσο τα νερά της Μεσογείου όσο και της Μαύρης Θάλασσας.

Η ανθηρή αυτή εξέλιξη διακόπηκε με την εμφάνιση και την κυριαρχία των Ρωμαίων η οποία διατάραξε την ισορροπία δυνάμεων στον ελλαδικό χώρο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Τα νησιά της Δωδεκανήσου, λόγω της γεωπολιτικής τους θέσης, κατά τη βυζαντινή περίοδο όπως και κατά την αρχαιότητα δέχτηκαν επιθέσεις μικρών ή μεγάλων πειρατικών ομάδων.

Το 1204 όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορίας κατακτήθηκε από τους Λατίνους, τα νησιά περιήλθαν στο κράτος της Νίκαιας, αντιπάλου της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης,  αλλά μετά την ανάκτηση της Πόλης, το 1261, το ενδιαφέρον των Παλαιολόγων στράφηκε στα Βαλκάνια και τη Δύση και στα νησιά του Αιγαίου επιδρομές Βενετών και Γενουατών προκάλεσαν μεγάλες αναστατώσεις.

Την περίοδο αυτή εμφανίζονται και οι Ιωαννίτες Ιππότες, οι οποίοι άφησαν το ιστορικό στίγμα τους, κυρίως, στη Ρόδο.

Στους δύο αιώνες κυριαρχίας των Ιπποτών, η Ρόδος και τα άλλα νησιά δέχτηκαν την επίδραση της δύσης σε διαφορετικό βαθμό το καθένα.

Η Ρόδος γνώρισε μεγάλη άνθηση, συνδέοντας τον Εύξεινο Πόντο με την Αίγυπτο και τη Δύση με την Ανατολή, σε μια εποχή που οι ιταλικές πόλεις έμπαιναν στην Αναγέννηση.

Την Οθωμανική περίοδο τα νησιά τη βίωσαν όπως και οι άλλες κατακτημένες περιοχές. Ανέπτυξαν τους θεσμούς που επέτρεπαν οι Οθωμανοί, οι οποίοι προσπάθησαν να αλλοιώσουν την πληθυσμιακή τους σύνθεση.

Η Δωδεκάνησος, πήρε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα αλλά δεν ευτύχησε, παρά πολύ αργότερα, να αποτελέσει μέρος του ελληνικού εθνικού κορμού.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Από γεωπολιτικής απόψεως, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίοδος από τις αρχές του 20ου αιώνα οπότε και τα νησιά πέρασαν στη δικαιοδοσία της Ιταλίας.

Η Ιταλία προκειμένου να καταστήσει την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή (σημερινή Λιβύη) αποικία της, κήρυξε, στις 29 Σεπτεμβρίου 1911, τον πόλεμο ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχε την κυριαρχία αυτών των εδαφών.

Για να εμποδίσει τον ανεφοδιασμό των Αράβων πολεμιστών από τους τούρκους, ο ιταλικός στόλος τον Απρίλιο και Μάιο του 1912 κατέλαβε την Αστυπάλαια, τη Ρόδο και με εξαίρεση το Καστελόριζο, τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων, με τελευταία τη Σύμη και την Κω.

Την Ικαρία, τον Οκτώβριο του 1912, την κατέλαβε ο ελληνικός στρατός και το Καστελόριζο, το 1915, η Γαλλία για να το χρησιμοποιήσει ως προγεφύρωμα στις επιχειρήσεις της στην Κιλικία, στη Συρία.

Η Γαλλία παραχώρησε το 1920 το Καστελόριζο στην Ιταλία.

Στη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου η Οθωμανική Αυτοκρατορία για να είναι απερίσπαστη στο έργο της υπέγραψε στη Λωζάννη, τον Οκτώβριο του 1912, συνθήκη με την Ιταλία κατά την οποία αποδεχόταν την προσωρινή ιταλική κατοχή στα Δωδεκάνησα.

Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,  η Ιταλία, για να μετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, υπέγραψε τον Απρίλιο του 1915, στο Λονδίνο μυστική συνθήκη κατά την οποία, η προσωρινή κατοχή των Δωδεκανήσων μετατρεπόταν σε κυριαρχία.

Μετά το τέλος του πολέμου, με τη συμφωνία Βενιζέλου- Tittoni, τον Ιούλιο του 1919 στο Παρίσι, η Ιταλία παραχωρούσε τη Δωδεκάνησο στην Ελλάδα. Κρατούσε μόνο τη Ρόδο με την υποχρέωση εντός δύο μηνών να παράσχει σ αυτήν ευρεία αυτονομία.

Η συμφωνία, όμως, δεν εφαρμόστηκε.

Οι εξελίξεις στη Μικρά Ασία από τις οποίες προέκυψε το τουρκικό εθνικό κράτος οδήγησαν στην υπογραφή της νέας Συνθήκης Ειρήνης στη Λωζάννη στις 24 Ιουλίου 1923.

Η Τουρκία παραιτήθηκε από τα παλαιά της δικαιώματα στη Δωδεκάνησο υπέρ των ενδιαφερομένων αλλά η Ιταλία αρνήθηκε κάθε συζήτηση για παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα.

Με την ανοχή της Αγγλίας και Γαλλίας επέβαλε το δικό της ιδιότυπο καθεστώς. Με το όνομα Ιταλικά Νησιά του Αιγαίου τα θεώρησε κτήση που δεν σημαίνει ούτε μητροπολιτικό έδαφος ούτε αποικία.

Ως το 1943, οπότε συνθηκολόγησε με τους συμμάχους, η Ιταλία προσπάθησε να ενσωματώσει τα νησιά από πολιτική, οικονομική και πολιτισμική άποψη.

Έδρασε με γνώμονα τη φασιστική ιδεολογία και τις επεκτατικές θεωρίες για ανασύσταση του ρωμαϊκού κόσμου (romanita) στη βάση ενός νέου λατινικού πολιτισμού. (nuova latinita).

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΥΣΗ

Με την ιταλική κατάκτηση, η Ρόδος συνδέθηκε και πάλι με τη Δύση, όπως επί Ιπποτών. Από τα ιταλικά λιμάνια, με σύγχρονα πλοία, έφταναν τα εμπορεύματα στη Ρόδο, που όπως και στο παρελθόν ήταν κέντρο διανομής προς τα άλλα νησιά και κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου προς την Ανατολή.

Το Δωδεκανησιακό εμπόριο πριν το 1912 ήταν στραμμένο προς τα μικρασιατικά παράλια και ιδιαίτερα προς τη Σμύρνη.

Το λιμάνι της Ρόδου στην ιταλική περίοδο συνέδεαν πλοία που πραγματοποιούσαν κανονικά εβδομαδιαία δρομολόγια με τα ιταλικά λιμάνια της Αδριατικής και του Τυρηννικού πελάγους, καθώς και με όλα τα μεγάλα λιμάνια της Ανατολής.

Το ελληνικό στοιχείο που από την απώτατη αρχαιότητα κατοικούσε στα νησιά δεν αποδέχτηκε την ιταλική κυριαρχία. Αισθάνθηκε, μάλιστα, πως ο νέος κατακτητής σε εποχή κοσμογονικών αλλαγών, του στέρησε τη δυνατότητα ένωσης με την Ελλάδα η οποία με τους Βαλκανικούς πολέμους προσάρτησε μαζί με άλλα εδάφη τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Ο διεθνής, εξάλλου, παράγοντας, κατά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, θεώρησε την παρουσία των ιταλών στη Δωδεκάνησο ως προσωρινή κατοχή.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς η Ελλάδα δεν μπορούσε να ανατρέψει την κατάσταση, το βάρος, για να παραμείνει το θέμα ανοιχτό, έπεσε στον ανεπίσημο παράγοντα, κυρίως σε οργανώσεις Δωδεκανησίων ανά τον κόσμο και στους ίδιους τους κατοίκους των νησιών.

Στις 8 Μαίου 1945 ο Γερμανός διοικητής Δωδεκανήσου υπέγραψε στη Σύμη την παράδοση των νησιών στους αντιπροσώπους της Βρετανίας, Γαλλίας, Ελλάδας.

Μέχρι τις 31 Μαρτίου 1947 η κατοχή της Δωδεκανήσου πέρασε στη Βρετανία και στις 7 Μαρτίου 1948, ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα.

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Η Μικρά Ασία, με την οποία η Δωδεκάνησος γειτνιάζει, και γενικά αυτός ο χώρος της Ανατολής ελεγχόμενος από την Υψηλή Πύλη ήταν πολύ σημαντικός για τις Δυνάμεις.

Μια ματιά στον χάρτη αρκεί για να καταλάβουμε την στρατηγική σημασία της Αυτοκρατορίας.

Η Μικρά Ασία διέθετε σίδηρο, χρυσό, χαλκό, μάρμαρο κτλ, ενώ είναι γνωστή η σημασία του καπνού (κυρίως στον Πόντο) και των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής στην περιοχή του σημερινού Ιράκ, Κουβέιτ κτλ., από τα οποία είχαν τεράστια ανάγκη όλες οι χώρες της Ευρώπης, αλλά και οι ΗΠΑ.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Η χώρα που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως βέβαια μετά την ενοποίησή της το 1871, ήταν η Γερμανία. Αναζητούσε πρώτες ύλες, αποικίες και γεωπολιτικό χώρο.

Με το σύνθημα «δρόμος προς την Ανατολή» οι Γερμανοί άσκησαν μια παγκόσμια πολιτική από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και φυσικά ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτή που βρίσκονταν στον δρόμο τους.

Σε αντίθεση με τη Ρωσία, ακολούθησε το δόγμα του Bismarck, σύμφωνα με το οποία της στρατιωτικής κατοχής προηγείται η οικονομική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης, τον οποίο ανέλαβαν κατά τη δεκαετία του 1870 γερμανικά κεφάλαια, ενώ το 1888 η λειτουργία μέρους της γραμμής, αλλά και η μελλοντική επέκτασή της ανατέθηκαν σε γερμανική τράπεζα.

Γενικά η Γερμανία έπαιξε μεγάλο ρόλο ακόμα και κατά τη διάρκεια του πολέμου σε αυτό το τεράστιο έργο, που είχε ως απώτερο σκοπό τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου- Βαγδάτης, που  θα εξυπηρετούσε άψογα τα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου.

Όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά και ο Lenin, «η Γερμανία έχει ήδη μετατρέψει την Τουρκία σε οικονομικό και στρατιωτικό προτεκτοράτο της».[

Όμως αν και η περίπτωση της Γερμανίας είναι ενδεικτική για το είδος των συμφερόντων που υπήρχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εκμετάλλευσή τους από τους Δυτικούς (εμπόριο, κεφάλαιο, πετρέλαιο κτλ.), ωστόσο είναι προφανές ότι μετά το 1918 ο ρόλος της Γερμανίας εξαλείφθηκε εντελώς.

Οι δύο κύριες πλευρές με άμεσα συμφέροντα στην περιοχή ήταν οι νικήτριες χώρες στην Ευρώπη το 1918, δηλαδή η Μ. Βρετανία και η Γαλλία.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μεγάλη σημασία και για τη Βρετανία. Πέραν των σιδηροδρόμων, η Βρετανία κατείχε από το 1878 την Κύπρο και από το 1882 την Αίγυπτο, με τη δεύτερη ειδικά, λόγω του Σουέζ, να είναι εξαιρετικά σημαντικό σημείο για την ενότητα της μητρόπολης με τις βρετανικές αποικίες και κυρίως την Ινδία.

Στην ίδια λογική κινούνταν και η γαλλική πολιτική.

Αν και είχε εκτοπιστεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό από τη Γερμανία, η Γαλλία εξακολουθούσε να έχει πολύ ισχυρά ερείσματα ως προς το επενδεδυμένο ξένο κεφάλαιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα οποία ήθελε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο μετά την αναγκαστική αποχώρηση της Γερμανίας.

Ήδη, μάλιστα, από το 1915, έτος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, η Γαλλία η Μ. Βρετανία και η Ρωσία υπέγραφαν συμφωνίες σχετικές με τα Στενά και μοίραζαν, με τις συμφωνίες Σάικς –Πικό τις πετρελαιοφόρες περιοχές.

Το τι θα ακολουθούσε την ήττα της Τουρκίας στον Μεγάλο Πόλεμο ήταν αναμενόμενο. Το ερώτημα όμως είναι πώς και γιατί ενεπλάκη η Ελλάδα σε όλη αυτή την περιπέτεια.

Ο Βενιζέλος, λόγω των διωγμών που υφίσταντο συμπαγείς ελληνικού πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, ζήτησε από τους Συμμάχους την παρουσία του ελληνικού στρατού στην περιοχή, ώστε να μπορέσει να τους προστατέψει.

Η πρότασή του όμως δε θα γινόταν δεκτή αν δεν συνέπιπτε με τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η ιταλική επιθετικότητα στην περιοχή ανησύχησε τις υπόλοιπες δυνάμεις. Οι Ιταλοί, πέραν των επιχειρήσεών τους στην Μικρά Ασία, με στρατό και ναυτικό, οι οποίες ενίσχυαν επικίνδυνα την ιταλική επιρροή, είχαν αρχίσει να επιδεικνύουν και ανθελληνικό χαρακτήρα με την καταστολή ενεργειών κατοίκων των Δωδεκανήσων που ζητούσαν ένωση με την Ελλάδα.

Η Μ. Βρετανία, όντας απασχολημένη με τα αποικιακά της ζητήματα, προτίμησε να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα για να ικανοποιήσει τους στόχους της.

Από την άλλη, οι αγγλογαλλικές διενέξεις στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής και ιδιαίτερα στο ζήτημα της πετρελαιοφόρου περιοχής της Μοσούλης οδήγησαν την Γαλλία στην «αγκαλιά» των Κεμαλικών και τους απομάκρυναν από την Μ. Βρετανία.

Κατ’ ουσίαν οι Σύμμαχοι άλλαξαν στρατόπεδο, επειδή συνειδητοποίησαν ότι οι αρχικοί τους σχεδιασμοί δεν ταίριαζαν με τις εξελίξεις και έτσι απροκάλυπτα «φόρτωσαν» στην Ελλάδα τις ευθύνες και τις συνέπειες της εμπλοκής.

Με πολύ λίγα λόγια, αυτό ήταν το γεωπολιτική παιχνίδι που παίχτηκε στην περιοχή μετά τον Α!Π.Π. και το οποίο επηρέασε καθοριστικά τη μοίρα του ελληνισμού.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Τη γεωπολιτική αξία του ελληνικού χώρου, μαρτυρεί περισσότερο παντός άλλου, η ίδια η ιστορία του τόπου.

Η ελληνική ιστορία σε όλη τη διαδρομή της,  έχει να επιδείξει δράση που σχετίζεται με γεωπολιτικές επιδιώξεις.

Η αργοναυτική εκστρατεία και τα κατορθώματα του Ηρακλή αντανακλούν τέτοιες επιδιώξεις. Ο πόλεμος της Τροίας, επίσης. Η πρώτη σύγκρουση Ανατολής – Δύσης έλαβε χώρα στον ελληνικό χώρο (Μαραθώνας – Σαλαμίνα). Ναυμαχίες παγκόσμιας εμβέλειας – με τα τότε δεδομένα – όπως του Ακτίου και αιώνες αργότερα της Ναυπάκτου, διεξήχθησαν σε ελληνικές θάλασσες. Στη σκέψη του Ναπολέοντα ήταν πάντα ο ελληνικός χώρος, σαν βάση για τις προς ανατολάς βλέψεις του.

Αν η ελληνική υποταγή στον Τούρκο δυνάστη κράτησε τόσους αιώνες, τούτο δεν είναι άσχετο με τη δυτική γεωπολιτική αντίληψη που ήθελε ακεραία την οθωμανική επικράτεια, διότι αυτή, με την κατοχή των Στενών και του ελληνικού κορμού, συνιστούσε ιδεώδη φραγμό στις βλέψεις της διαρκώς μεγενθυνόμενης Ρωσίας προς τις θερμές θάλασσες.

Γι΄ αυτό και ο Ναύαρχος Κόδριγκτων περιέπεσε σε δυσμένεια μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, διότι το πλήγμα κατά της τουρκικής ισχύος ήταν ανεπιθύμητο, μια και η πολιτική της Αυτοκρατορίας απέβλεπε στην Πελοπόννησο και μόνο, υπό μορφή προτεκτοράτου της, για τη διασφάλιση του σημαντικού άξονα Γιβραλτάρ, Μάλτα, Σουέζ. Πολύ αργότερα προσέθεσε στον άξονα και την Κύπρο. Δεν απέβλεπε στην αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στο πλαίσιο του παγκοσμίου «παιγνίου» ισορροπιών ισχύος, μια από τις σημαντικές παραμέτρους της άσκησης εξωτερικής πολιτικής ήταν και είναι ο πολιτισμός και η θρησκεία. Η σημασία της θρησκείας για το σύμπλοκο της Ν/Α Μεσογείου, και ειδικότερα για την Ελλάδα, γίνεται εύκολα κατανοητή, αν σκεφτούμε ότι στις περιοχές αυτές διαβιούν κοινωνίες οι οποίες έχουν δομηθεί βάσει αριστοτελικών και ιουδαϊκών προτύπων. Άρα οι κοινωνίες αυτές προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο «συναίσθημα» ως παράγοντα δημιουργίας κοινωνικών σχέσεων και κατ΄ επέκταση, πολιτικής.

Ο ελληνικός χώρος διαχρονικά αποτελεί σημείο τομής γεωπολιτικών συμφερόντων και πεδίο ανταγωνισμού -πολλές φορές σκληρού- των μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη.

Τα συμφέροντα αυτά την περίοδο ίδρυσης του ελληνικού κράτους σχετίζονταν κυρίως με τον έλεγχο των θαλασσίων οδών και την ασφάλεια του θαλασσίου εμπορίου, που απειλούσε κατά καιρούς η δράση των πειρατών.

Υπάρχουν μάλιστα απόψεις σύμφωνα με τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις, από ένα σημείο και μετά, συναίνεσαν και υποστήριξαν την ίδρυση του ελληνικού κράτους, θεωρώντας τους Έλληνες τους μόνους ικανούς να κυριαρχήσουν και να ελέγξουν τον κρίσιμο θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Για κάποια περίοδο, ο ελλαδικός χώρος απετέλεσε πεδίο διελκυστίνδας μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, όποτε η δεύτερη αποπειράθηκε να δημιουργήσει συνθήκες που θα της επέτρεπαν την κάθοδο στο Αιγαίο.

Από τις διαπιστώσεις αυτές εξάγεται το διαχρονικό συμπέρασμα πως σε κρίσιμες γεωπολιτικές περιοχές, πολύ δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα κράτος την εμπλοκή του στις εξελίξεις και πως οι Δυνάμεις, υπολογίζουν στον πλέον ισχυρό και αποφασιστικό παίκτη.

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΔΙΑΥΛΟΣ

Το Αιγαίο δεν είναι κλειστή θάλασσα με τοπική σημασία. Είναι ένα από τα πιο ζωτικά τμήματα της Ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου . Είναι γεμάτο από νησιά που στη μεγάλη τους πλειοψηφία  αποτελούν ελληνικό έδαφος.

Η θάλασσα αυτή αποτελεί τις προσβάσεις προς την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο. Είναι ο θαλάσσιος δρόμος προς τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας και η μοναδική θαλάσσια διέξοδος των χωρών αυτών προς τη Μεσόγειο και την εγγύς Ανατολή.  Και η θαλάσσια αυτή οδός, διέρχεται από τη Δωδεκάνησο.

Η σημασία, λοιπόν, του Αιγαίου είναι διεθνής. Σχετίζεται ακόμη με τις διεθνείς ανταλλαγές και με την παγκόσμια στρατηγική (οικονομική, πολιτική, πολεμική) των διαφόρων δυνάμεων.

Η ΚΡΙΜΑΙΑ

Ενώ η Ρωσία έχει μεγάλη ανάγκη παρουσίας στη Μεσόγειο, στερείται μόνιμων ναυτικών βάσεων, πλην της Συρίας, σήμερα, στην Ταρσό.  Και αυτή αμφισβητείται από τις ΗΠΑ.

Οι ρωσικές βάσεις βρίσκονται στη Μαύρη Θάλασσα, στην Κριμαία.

Η αδυναμία αυτή περιορίζει τη ρωσική δυνατότητα επιρροής στην περιοχή.

Υπάρχει η ιστορική εκτίμηση ότι η Ρωσία, σε γεωπολιτικό επίπεδο ενθάρρυνε τις ελληνικές εξεγέρσεις και την επανάσταση, επειδή η ισχυρή για την εποχή, Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν της επέτρεπε ελεύθερη είσοδο στις θερμές θάλασσες.

Ο Κριμαϊκός πόλεμος το 1853-54 κατά τον οποίο η Ελλάδα τάχθηκε με τη ρωσική πλευρά, έχει μια τέτοια ισχυρή διάσταση. Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε βάρος της Ρωσίας και οι απώλειες και για τη Ρωσία και για την Ελλάδα ήταν σημαντικές. Οι δυτικές δυνάμεις, τότε, υποστήριξαν τους Οθωμανούς.

Από τότε, η Ρωσία άλλαξε τον προσανατολισμό της στο θέμα της, στρατηγικής σημασίας, εξόδου στις θερμές θάλασσες. Αναπτύχθηκε η θεωρία του πανσλαβισμού και άρχισε να υποστηρίζει όχι γενικά τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά, τους σλαβικούς χριστιανικούς πληθυσμούς.

Αυτό την οδήγησε στην υποστήριξη της Βουλγαρίας και στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, (1877),  αυτό την οδήγησε να ενθαρρύνει, όταν το χρειαζόταν, και το φαινόμενο του «μακεδονισμού».

 

ΑΙΓΑΙΟ-ΣΤΕΝΑ

Όποιος ελέγχει τις διεθνείς εμπορικές οδούς ελέγχει και τη διεθνή οικονομία.

Τι σημαίνει όμως η αντίληψη αυτή για την περίπτωση του Αιγαίου; Το Αιγαίο είναι μια θαλάσσια και εναέρια οδός από τη Μεσόγειο και την Ευρώπη προς τα Δαρδανέλια αλλά και τα Τουρκικά λιμάνια της Ανατολής.

Το Αιγαίο δεν επηρεάζει γεωπολιτικά μόνον την Ελλάδα και την Τουρκία.

Αποτελεί πρακτικώς – και όχι νομικώς – διεθνή θαλάσσια και εναέρια δίοδο που εξυπηρετεί πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες., όπως η Ουκρανία και η Ρωσία, αλλά συνδέει από απόψεως μεταφορών την εμπορική κίνηση μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Αποτελεί, επίσης, τμήμα ενός εκ των αεροδιαδρόμων που συνδέουν το Ισραήλ με τις Η.Π.Α. και έχουν μέγιστη σημασία, σήμερα, για την επιβίωση του κράτους του Ισραήλ., το οποίο, στο βαθμό που μπορεί το ίδιο, ή και με τους ισχυρούς συμμάχους του, να επηρεάσει τα πράγματα, δεν θα συναινούσε στην κατοχή του χώρου αυτού από δυνάμεις που το απέκοπταν από τη δύση.

Είναι προφανές ότι Αιγαίο χωρίς ‘Στενά’ είναι άνευ ουσίας. Ή ελέγχει κανείς το σύμπλεγμα Αιγαίο-Στενά, ή το ένα εξ αυτών μόνο του δεν έχει νόημα.

Η γεωστρατηγική ενότητα των δύο αυτών χώρων γίνεται προφανής και από τις προθέσεις που είχε εκδηλώσει η Τουρκία κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι σκοποί της τότε εστρέφοντο προς τον έλεγχο του Λιμένος της Θεσσαλονίκης

ώστε να σταθεροποιηθεί ο έλεγχός της επί των Στενών και επί των

Δωδεκανήσων, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε τον έλεγχο της θαλάσσιας κυκλοφορίας στο Νότιο Αιγαίο.

Άλλωστε η υπόθεση των Ιμίων δεν αφορά, φυσικά, δύο βραχονησίδες. Η Τουρκία στόχευσε πολύ ψηλότερα: στην ανατροπή του νομικού καθεστώτος των Δωδεκανήσων και με  επίσημο –και μάλιστα θερμό – τρόπο καταγραφή των διεκδικήσεων της επί των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Περιοριζόμενος μόνο στη γεωπολιτική διάσταση του θέματος θα αναφέρω ότι

το καθεστώς κυριαρχίας (‘ιδιοκτησίας’, κατά τα αμερικανικά κείμενα) είναι

ιδιαίτερα σημαντικό διότι επηρεάζει σχετικώς ‘η απολύτως τον καθορισμό της

εκτάσεως των χωρικών υδάτων και της Ζώνης Αποκλειστικής

Εκμεταλλεύσεως.

Η ΑΟΖ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ

Η Δωδεκάνησος, και, κυρίως, το σύμπλεγμα νησιών γύρω από το Καστελόριζο, διαδραματίζουν σημαντικό γεωπολιτικό ρόλο στις ημέρες μας σε ό,τι αφορά τη γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου και την προώθηση των ενεργειακών αποθεμάτων που βρέθηκαν στην Κύπρο και το Ισραήλ.

Η αντίληψη που κυριαρχεί είναι ότι σήμερα, είναι προτιμότερος ο προσδιορισμός Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, από την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ γειτονικών κρατών.

Η διαδικασία για τον ορισμό της ΑΟΖ προϋποθέτει ότι ένα κράτος ανακηρύσσει τα όρια της ΑΟΖ του και στη συνέχεια καλεί τα ενδιαφερόμενα κράτη να συζητήσουν τον ακριβή προσδιορισμό της.

Όπως καλά γνωρίζετε, το θέμα της προώθησης των ενεργειακών αποθεμάτων της Ανατολικής Μεσογείου στις ευρωπαϊκές χώρες αποτελεί μείζονα γεωπολιτική διακύβευση των ημερών μας.

Η βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας-Κύπρου- Ισραήλ, η επιδείνωση των αντίστοιχων τουρκικών και η ωρίμανση της σκέψης για την αναζήτηση εναλλακτικής οδού προώθησης των αποθεμάτων μέσω αγωγού που θα διέρχεται από Κύπρο και Ελλάδα ή μέσω μεταφοράς τους, μετά από υγροποίηση του αερίου στο Βασιλικό της Κύπρου, έχει ανεβάσει τη γεωπολιτική σημασία του προαναφερθέντος τριγώνου (Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ).

Το ζήτημα της ΑΟΖ και της αμφισβήτησης εκ μέρους της Τουρκίας ότι ΑΟΖ διαθέτουν και τα νησιά, θα ανεβάσει και την ένταση στην περιοχή.

Λυδία λίθος το Καστελόριζο. Αν η ελληνική ΑΟΖ υπολογιστεί με βάση την υπόθεση- που είναι σαφής, ως αναφορά, στο Δίκαιο της Θάλασσας- ότι τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ, συνεπώς και το Καστελόριζο, τότε η ελληνική και η κυπριακή ΑΟΖ θα εφάπτονται. Διαφορετικά, θα παρεμβάλλεται η Τουρκία.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το θέμα του προαναφερθέντος αγωγού Ισραήλ-Κύπρου- Ελλάδας, αποκτά άλλη διάσταση.

Εν πάση περιπτώσει, σήμερα, και η προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού και οι πιέσεις σε όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές, κατατείνουν στο να υπάρξει συνεργασία του τετραγώνου Τουρκία, Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ.

Οι ημέρες μας αναδεικνύουν, για άλλη μια φορά, την μεγάλη και διαχρονική γεωπολιτική σημασία της περιοχής της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Εμπόριο, θαλάσσιες διελεύσεις, ενεργειακά αποθέματα, έλεγχος της θαλάσσιας οδού Εύξεινος, Στενά, Ανατολικό Αιγαίο, Δύση ή Ανατολική Μεσόγειος ήταν η διαχρονική διακύβευση. Και όπως είδαμε, η Δωδεκάνησος είχε κομβική θέση σε όλο αυτό το γεωπολιτικό παίγνιο.

Ευλογία ή κατάρα; Ίσως είναι ένα από τα μεγάλα ιστορικά ερωτήματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Έψαξα αρκετά για να βρω στοιχεία πάνω ακριβώς στο θέμα της ομιλίας αλλά, δεν βρήκα. Ή γεωπολιτική της Δωδεκανήσου δεν έχει απασχολήσει ακόμη σε ευρεία έκταση τους ειδικούς επιστήμονες και αναλυτές, ή δεν κατάφερα να εντοπίσω ο ίδιος στοιχεία, ακριβώς, πάνω στο θέμα αυτό. Το κείμενο της ομιλίας μου βασίστηκε σε στοιχεία που συγκέντρωσα απο διαφορετικά βιβλία και άρθρα. Βεβαίως, τα συνέδεσα και σε κρίσιμα σημεία οι εκτιμήσεις είναι δικές μου.

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΜΕΛΟΥΣ
Αρέσει σε %d bloggers: