Αρθρογραφία Μελών

Ομιλία του Προέδρου του ΠΡΑΤΤΩ & ΥΠΕΞ, Ν. Κοτζιά στο ΕΒΕΑ

                   Καλησπέρα σας. Θέλω να ευχαριστήσω τους οργανωτές και ιδιαίτερα τη νεολαία του ΠΡΑΤΤΩ, η οποία είναι πάντα η αισιοδοξία. Για τα δικά μας τα νιάτα, είναι πάντα αυτοκριτικά. Να ευχαριστήσω και εσάς που ήρθατε στην εκδήλωση. Θα σας μιλήσω για τον τρόπο που βλέπουμε εμείς, εγώ προσωπικά, αλλά και η Κίνηση ΠΡΑΤΤΩ, το σημερινό κόσμο και ορισμένα στοιχεία της τρέχουσας πολιτικής.

                   Ποιες είναι αυτές οι αλλαγές στις οποίες αναφερόμαστε,  χαρακτηρίζουν και βάζουν τη σφραγίδα τους στον κόσμο που ζούμε;

Πρώτα πρώτα μια αλλαγή -που την είχα προβλέψει στα κείμενά μου πριν 20 χρόνια- είναι ότι θα υπάρξουν ανακοπή και κατακερματισμοί στη γενικότερη τάση της παγκοσμιοποίησης, που άρχισε στα τέλη του 20ου αιώνα και συνέχισε στον 21ο.

                   Με την πάροδο του χρόνου η τάση της παγκοσμιοποίησης, των ανοιχτών αγορών και των ελεύθερων μετακινήσεων, έρχεται αντιμέτωπη – και το είδαμε και  στις πρόσφατες αμερικάνικες εκλογές – με την τάση κατακερματισμού των αγορών και καθεστώτων κλειστών αγορών και συνόρων.

                   Η δεύτερη μεγάλη τάση είναι  η ενίσχυση της διάθεσης ορισμένων κρατών για απομονωτισμό. Δημιουργία καταστάσεων που είναι προβληματικές για το ευρωατλαντικό σύστημα και το οποίο πρέπει να προσέχει η ελληνική εξωτερική πολιτική για να μη συντριβεί.

                   Η τρίτη τάση είναι η μετατόπιση, από αυτό που ονομάζαμε κλασικά γεωπολιτική, στη γεωοικονομία, όπου για τους μεγάλους παίκτες αυτήν την περίοδο, μεγαλύτερη σημασία έχει ο οικονομικός ανταγωνισμός, τουλάχιστον στα λόγια, από ότι η γεωπολιτική, αν και οι τελευταίες εξελίξεις και βομβαρδισμοί στη Συρία απέδειξαν το αντίστροφο. Ό,τι πάντα ακόμα και εάν υπάρχουν μεγάλα γεωοικονομικά σχέδια, η σημασία της γεωπολιτικής παραμένει υψηλή.

                   Η τέταρτη τάση είναι ότι από τα μεγάλα κέντρα της Δύσης, οι ΗΠΑ, δείχνουν να κατανοούν περισσότερο τις αλλαγές που γίνονται στον κόσμο, παρά η Ευρωπαϊκή Ένωση.

                   Έχει μια δυσκολία η Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιληφθεί ότι αυτός ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν θα είναι  ο κόσμος όπως ήλπιζαν της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού μοντέλου, ή δεν θα είναι  κάτι το απλό να γίνει αυτό. Θα είναι  ένας κόσμος στον οποίο θα συνεχίσουν να κυριαρχούν οι ΗΠΑ και θα αναδεικνύονται και θα αναβαθμίζονται καινούργια κέντρα, ιδιαίτερα από τη Νοτιοανατολική Ασία.

                   Θέλω, όπως πάντα, να υπογραμμίσω ότι η αναβάθμιση των κέντρων της Νοτιοανατολικής Ασίας, δεν είναι  κάτι καινούργιο για την ιστορία. Σας θυμίζω ότι η Κίνα και η Ινδία, από τον 1ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και το 16ο αιώνα μ.Χ., ήταν οι χώρες, οι περιοχές, με την υψηλότερη παραγωγικότητα κατά κεφαλήν και το μεγαλύτερο πλούτο σε όλο τον κόσμο. Ότι τα κράτη αυτά, ιδιαίτερα η Κίνα που θεωρεί τον εαυτό της κέντρο του κόσμου, πίστευαν και πιστεύουν ότι η φυσιολογική τους θέση στον κόσμο είναι να αποτελούν κέντρο του. Κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να δει περισσότερο τη σχέση της συνολικά εντός της Δύσης, παρά να ονειρεύεται με αυταπάτες ότι μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό κέντρο του 21ου αιώνα.

                   Όλοι οι αριθμοί λένε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2050 θα έχει ένα πληθυσμό γύρω στο 4% με 5% του κόσμου και άλλο τόσο ή και υψηλότερο θα είναι το ΑΕΠ.

                   Η πέμπτη και τελευταία τάση είναι ότι ο κόσμος σήμερα τείνει να χάσει τις συντεταγμένες του. Όχι όπως γινόταν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, προκειμένου να βαδίσει σε επαναστατικές ανατροπές. Δείχνει να τείνει περισσότερο προς χαοτικές καταστάσεις.

                   Αυτές οι χαοτικές καταστάσεις, υπογραμμίζουν για κάθε ορθολογική εξωτερική πολιτική, την ανάγκη και τη σημασία μιας πολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή.

                   Αν είναι αυτές οι μεγάλες αλλαγές συνολικά στον κόσμο, έχουμε μεγάλες αλλαγές και όσον αφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη σημασία της. Αν το 2015 μας είχαν προϊδεάσει για ένα δήθεν πάρτι Grexit που θα ερχόταν, αποδεικνύεται ότι το πάρτι – σε εισαγωγικά – αντικαταστάθηκε το 2017 από την αβεβαιότητα του Brexit.

                   Ένα Brexit, που μαζί του θα συμπαρασύρει και άλλα γεωπολιτικά ζητήματα και δεν αναφέρομαι τόσο στο Γιβραλτάρ και στη Σκωτία, αλλά πολύ περισσότερο στο ποια θα είναι η τύχη της συμφωνίας της Καλής Παρασκευής ανάμεσα στη Βρετανία, κυρίως την Αγγλία και την Ιρλανδία.

                   Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε σε ένα μεγάλο καράβι που δεν δείχνει να αντέχει πάντα τις φουρτούνες που αντιμετωπίζει. Και αυτό γιατί την τελευταία 10ετία περιορίστηκε. Εγινε μια αναγωγή της μόνο σε αναγκαία -μερικές φορές, συχνά όχι – διπλωματικά εργαλεία τιμωρητικού χαρακτήρα, όπως οι κυρώσεις, τα εμπάργκο, τα μνημόνια.

                   Και είναι ολοφάνερο ότι αυτά τα τρία εργαλεία πέρα από την απόρριψή τους στον τρόπο που χρησιμοποιούνται συχνά, είναι εργαλεία που δεν συνδέονται με ένα ελκυστικό μοντέλο για την Ευρώπη στον 21ο αιώνα, με ένα μοντέλο στο οποίο θα έπρεπε να υπάρχει το όραμα. Πώς βλέπουμε να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση στον 21ο αιώνα; Θα εξακολουθήσει να είναι κοινωνική; Θα είναι μια Ευρώπη η οποία θα ανταποκρίνεται σε ένα ειρηνικό κόσμο; Θα είναι μια Ευρώπη μεγάλος παίκτης στην παγκόσμια πολιτική σκηνή;

                   Και αυτή η Ευρώπη με αυτό το όραμα τι αξίες και αρχές θα κουβαλάει; Θα είναι  μια Ευρώπη, όπως την ονειρεύτηκαν οι ιδρυτές της; Μια Ευρώπη που θα ανταποκρίνεται στην Ευρώπη των λαών, των κρατών και θα έχει στρατηγική ακόμα και για ομόσπονδη λύση, ή θα είναι μια Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων, δηλαδή διαφορετικών ταχυτήτων με πλούσιες και φτωχές περιοχές, η οποία δεν θα μπορεί να έχει επάρκεια στη συνοχή της; Που δεν θα μπορεί, όπως φάνηκε και στην πράξη, να αντιμετωπίζει τα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα;

                   Η Ευρώπη έχει κι άλλο ένα πρόβλημα. Δεν είναι  μόνο το γεγονός ότι περιορίστηκε σε εργαλεία αρνητικού χαρακτήρα, ότι έχασε μια συζήτηση στην αρχή του 21ου αιώνα για το όραμά της και τις αξίες της, αλλά είναι μια Ευρώπη στην οποία οικοδομήθηκαν παράλληλες δομές. Ενώ η Ευρώπη του 20ου αιώνα μετά τη συνθήκη του Άμστερνταμ στην δεκαετία του ’90 πάλεψε για να αναβαθμιστεί ο κοινοβουλευτισμός, να αποκτήσουν περισσότερη αξία τα εθνικά κοινοβούλια, να έχει την ικανότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέσα στην κρίση και ιδιαίτερα μετά το 2008, άρχισε να επενδύει και να δίνει βάρος σε θεσμικά υποσυστήματα, όπως είναι  το Eurogroup και η ευρωζώνη, που τυπικά στις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχουν. Και το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτό το υποσύστημα λειτουργεί με κανόνες ισχύος ανάμεσα στα κράτη μέλη του και όχι με τους κανόνες του Ευρωπαϊκού δικαίου, όχι με τη δυνατότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να έχει την πρωτοβουλία και το Κοινοβούλιο, μαζί με την πρωτοβουλία να έχει τον έλεγχο. Όπως ξέρετε, σε αυτό το σύστημα που μας τυραννάει με τα μνημόνια, η μεν Επιτροπή είναι απλώς παρατηρητής, το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν συμμετέχει καθόλου.

                   Έχουμε λοιπόν μια πολύ μεγάλη ανατροπή στις αρχές του 21ου αιώνα, όπου η Ευρώπη χάνει το δημοκρατικό της χαρακτήρα και την αναζήτηση της εμβάθυνσης της δημοκρατίας της και μετακινείται σε θεσμικά συστήματα έξω από δημοκρατικό έλεγχο και συγκρότηση. Μαζί με αυτό έχει να αντιμετωπίσει σειρά από κρίσεις.

                   Είναι η χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση του χρέους, οι κρίσεις στις επενδύσεις και στις αγορές, η πολιτική και θεσμική κρίση, η κρίση δημοκρατίας σε πολλές χώρες μέλη της, η αναβίωση του εθνικισμού, το Brexit, το προσφυγικό. Ακόμα και η σχέση με την Τουρκία είναι σε κρισιακή κατάσταση.

                   Ποιο είναι το ζητούμενο; Ποιο είναι το πρόβλημα; Κατά τη γνώμη μας δεν είναι ότι η Ευρώπη έχει πολλαπλές κρίσεις, διότι πάντα ένα σύστημα στην ανάπτυξή του θα έχει κρίσεις. Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι ότι επειδή δεν δούλεψε τις αρχές της για τον 21ο αιώνα, δεν διαμόρφωσε ένα όραμα για τον 21ο αιώνα, δεν έχει μηχανισμό να διαχειρίζεται τις κρίσεις της. Έχει μια κρίση διαχείρισης όλων των κρίσεών της. Έχει δηλαδή ένα κεντρικό πρόβλημα με το οποίο κάθε νέα κρίση συσσωρεύει προβλήματα.

                   Και από αυτή την πλευρά τείνει να πέσει σε μια βαθιά παγίδα. Την ονομάζουμε παγίδα αλλαγών, παγίδα μεταρρυθμίσεων, δηλαδή δεν μπορεί να ξεμπλοκάρει τον εαυτό της από τις δυσκολίες στην αντιμετώπιση των κρίσεων.

Αυτός ο ελλιπής μηχανισμός για την αντιμετώπιση των κρίσεων, συνοδεύεται από έναν επανεμφανιζόμενο, αλλά και καινούργιο στις μορφές του, εθνικισμό. Ο εθνικισμός αυτός, που αναβιώνει σε σειρά κρατών της Ευρώπης, συνδέεται ακόμη και με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε η ελληνική κρίση και δεν αναφέρομαι στους οικονομικούς μηχανισμούς. Αναφέρομαι στους πολιτικούς, φιλοσοφικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς, που διαμορφώνουν τη συνείδηση των πολιτών της Ευρώπης.

Διότι αυτό που ξεχωρίζει μια δημοκρατική κριτική από μια κριτική που τείνει να διευκολύνει την ακροδεξιά και τον εθνικισμό, είναι ότι η πρώτη έκανε κριτική σε πολιτικές και σε πολιτικές που έχουν συγκεκριμένα κράτη, ενώ η δεύτερη τείνει να κάνει κριτική περιοριστικά σε πρόσωπα με στερεότυπα για χαρακτηριστικά λαών.

Η κρίση που βιώσαμε και βιώνουμε στην Ελλάδα τα τελευταία οκτώ χρόνια, αντιμετωπίζεται και από τις κυρίαρχες δυνάμεις, τα μεγάλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τους μηχανισμούς και θεσμούς της Ευρώπης, ως μια κρίση χαρακτηριστικών με στερεότυπα λαού και όχι ως μια κρίση συγκεκριμένων πολιτικών, που έχουν συγκεκριμένους φορείς.

Ο τρόπος όμως αυτός της αντιμετώπισης της κρίσης, οδηγεί σε εθνικισμούς. Και αυτός ο εθνικισμός μπορεί να επιταχυνθεί και να δυναμώσει όταν φορείς αυτής της κριτικής εμφανίζονται ή χαρακτηρίζονται ως ανιστόρητοι. Διότι τι άλλο είναι;

Η Γερμανία το 1953 για τα δυο μεγάλα της δάνεια του 1923 και 1928 -τα δάνεια της δεκαετίας του ’20, όχι του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου- από τους Αμερικάνους, Γάλλους και Βρετανούς, βρίσκεται σε διαπραγμάτευση στο Λονδίνο. Υπό την προτροπή τότε των ΗΠΑ, που έβλεπαν στρατηγικά πιο μακριά, γίνεται η συμφωνία του Λονδίνου, σύμφωνα με την οποία οι Γερμανοί υποχρεούνται να πληρώνουν να αποπληρώνουν τα δάνειά τους μόνο με τον όρο ότι θα έχουν ανάπτυξη. Και κατά συνέπεια συνδυάστηκε η ανάπτυξη της Γερμανίας με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών μια win – win κατάσταση.

Επιπλέον η ικανοποίηση και η αποπληρωμή των δανειστών συνοδεύτηκε από ένα δεύτερο μηχανισμό -πολλαπλασιαστή τον λέμε στην οικονομία- ο οποίος καθόριζε ότι το πόσο το οποίο θα πλήρωνε η Γερμανία, θα συνδεόταν με το εξωτερικό της εμπόριο, δηλαδή με το 3% του εξωτερικού εμπορίου.

Με άλλα λόγια η συμφωνία του Λονδίνου του 1953 προέβλεπε ότι οι δανειστές είχαν συμφέρον και έπρεπε να προτρέπουν τη Γερμανία να έχει ανάπτυξη και εξωτερικό εμπόριο. Γεγονός το οποίο οδήγησε στο γνωστό εμπορικό θαύμα της Γερμανίας. Μην κοροϊδευόμαστε ότι είναι κάποια χαρακτηριστικά μόνο λαών χωρίς πολιτικές τέτοιου είδους.

Αυτές είναι οι βασικές διεθνείς και ευρωπαϊκές αλλαγές και ορισμένα ιστορικά στοιχεία που πρέπει να θυμόμαστε στην αντιμετώπιση των δικών μας ζητημάτων. Αλλά υπάρχουν και αλλαγές στην περιοχή μας.

Θα έλεγα ότι το πρώτο χαρακτηριστικό ήταν η σχετική αστάθεια των Κυβερνήσεων στα βόρεια της χώρας μας, ιδιαίτερα η αστάθεια των πολιτικών συστημάτων στη βόρεια γειτονιά μας, τα Σκόπια και την Αλβανία. Η αστάθεια αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι στην περιοχή μας εξακολουθούν να κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή, δίπλα σε μια δημοκρατική πορεία, στοιχεία αρνητικών φαινομένων, όπως είναι το οργανωμένο έγκλημα, ή οι παραβιάσεις των κανόνων της δημοκρατίας.

Έτσι, σε αντίθεση με την πλειοψηφία αρχικά της Επιτροπής που θεώρησε ότι ο δρόμος της Αλβανίας θα πρέπει να είναι ανοιχτός αρκεί να κάνει μεταρρύθμιση του δικαστικού της Σώματος, στο Συμβούλιο των Υπουργών πείσαμε και υλοποιήσαμε μια διαφορετική γραμμή. Ότι η Αλβανία πράγματι πρέπει να υλοποιήσει τη δημοκρατική της γραμμή, αλλά να υλοποιήσει και τέσσερα άλλα πράγματα:

  1. Καταπολέμηση των ναρκωτικών που παράγουν ναρκοδολάρια και χρηματοδοτούν μια σειρά από μικρά Κόμματα,
  2. Καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος,
  3. Προστασία των μειονοτικών ομάδων και πριν απ’ όλα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία και
  4. σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, την προστασία των περιουσιών τους.

Δεν μπορεί να κινείται και να προχωράει μια χώρα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση έχοντας ακόμη το οργανωμένο έγκλημα ως παράγοντα επιρροής της ίδιας της πολιτικής σκηνής.

Στην ΠΓΔΜ, όπου παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, χάρις στην εξαιρετική δουλειά των Ελλήνων διπλωματών, προωθήσαμε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και πυκνώσαμε τις σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στην ΠΓΔΜ. Με τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όπως ξέρετε υπάρχει συνεργασία από την Αστυνομία, συνοριακή συνεργασία, ανοίγουν ξανά αγωγοί για πετρέλαιο, φτιάχνονται για φυσικό αέριο, ξαναφτιάχνονται οι επαφές με παλιές σιδηροδρομικές γραμμές και ούτω καθ’ εξής. Υπάρχει το γνωστό πρόβλημα του ονόματος, πρόβλημα όχι γιατί έχουμε καυγά για τα βαφτίσια κάποιου, αλλά γιατί αυτό το όνομα συνδέεται με αλυτρωτισμούς και οι αλυτρωτισμοί σημαίνει αμφισβήτηση των συνόρων μιας περιοχής. Και δεν μπορεί στη σύγχρονη Ευρώπη να ενταχθεί κράτος ως μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας τέτοιους αλυτρωτισμούς.

Σε αυτή τη χώρα και σε άλλα κράτη των Βαλκανίων, το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει, είναι αυτό που ονομάσαμε στην εξωτερική μας πολιτική «κουλτούρα συμβιβασμών και συναίνεσης». Δηλαδή αυτές οι χώρες συχνά δεν ακολουθούν κουλτούρα συνεννόησης και συναίνεσης με τους γείτονές τους, με αποτέλεσμα κακομαθημένα να ακολουθούν και στο εσωτερικό τους μια πολιτική χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς συναινέσεις.

Αυτός που δεν θέλει να συζητήσει με την Ελλάδα μια ουσιαστική λύση του ονοματολογικού, αυτός είναι επίσης που απορρίπτει να δώσει στην πλειοψηφία της Βουλής των Σκοπίων τη δυνατότητα να καθορίσει την Κυβέρνηση που θέλει.

Είμαι υποχρεωμένος να κάνω μια σημείωση: η δημοκρατία δεν είναι μόνο η δημοκρατία της πλειοψηφίας. Μην ξεχνάτε ότι στην αρχαία Ελλάδα συχνά υπήρχε ο προβληματισμός και η επισήμανση ότι μια πλειοψηφία που φτιάχνει ένα μηχανισμό για να μείνει μονίμως ως πλειοψηφία, χωρίς να είναι πραγματικά πλειοψηφία, μπορεί να οδηγήσει σε αυτό το γνωστό όρο που ξέρουν οι φοιτητές των Πολιτικών Επιστημών στην «τυραννία της πλειοψηφίας». Διότι η δημοκρατία είναι ο κανόνας της πλειοψηφίας, συν κάτι ακόμη: ο κανόνας ότι η μειοψηφία μπορεί να γίνει και να μετατραπεί σε πλειοψηφία.

Δεν υπάρχει δημοκρατία στην οποία η μειοψηφία έχει αποκλειστεί να γίνει πλειοψηφία πραγματική στο δημοκρατικό σύστημα. Και από αυτή την άποψη τα προβλήματα που υπάρχουν στη γειτονιά μας, σε ορισμένες χώρες, συνδέονται με τη μη κατανόηση τόσο της πολιτικής κουλτούρας του συμβιβασμού, όσο και της ουσίας της δημοκρατίας που είναι ο κανόνας της πλειοψηφίας, συν τον κανόνα: η μειοψηφία να μπορεί να γίνει πλειοψηφία.

Αυτές οι χώρες στο βορρά μας βρίσκονται σε μια πολιτική κρίση. Άλλες την ξεπερνούν και άλλες είναι ακόμη βαθιά. Αυτή η δική τους πολιτική κρίση, συνδέεται με τη γενικότερη κρίση στην περιοχή μας, κρίση αμυντική, κρίση ασφάλειας, κρίση σταθερότητας, κρίση προοπτικής και ανάπτυξης,  κρίση του πολεμικού τριγώνου Λιβύη, Ουκρανία Ιράκ – Συρία και την εμπόλεμη εκεί κατάσταση.

Εμείς πιστεύουμε ότι στη Συρία πρέπει να υπάρξει πολιτική λύση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι εννιά χώρες έχουν επέμβει στη Συρία και πολεμούν ένα αντίπαλο, το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι χώρες πολεμούν διαφορετικούς αντιπάλους. Το πρόβλημα είναι ότι δεν εξαντλούνται οι μαχόμενοι στη Συρία και στο Ιράκ, ιδιαίτερα στη Συρία, με τους κανόνες που εξαντλούνται όσοι συμμετέχουν σε ένα εμφύλιο πόλεμο.

Διότι αυτό που χαρακτηρίζει ένα εμφύλιο πόλεμο, είναι ότι κάποια στιγμή δεν υπάρχουν άλλοι πόροι χρηματοδοτικοί, ότι κάποια στιγμή κάποια πλευρά από τις δύο που ηττάται στο πεδίο των μαχών, δεν διαθέτει άλλες δυνάμεις σε ανθρώπινο προσωπικό και ότι τα όπλα και τα ανταλλακτικά τελειώνουν.

Αλλά όταν ο πόλεμος είναι  πόλεμος δια αντιπροσώπων, σημαίνει ότι τρίτες δυνάμεις διαθέτουν την ικανότητα – δυνατότητα να φτιάχνουν μεγάλες ροές των λεγόμενων μαχητών, ιδιαίτερα το ΙΚ, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή συμπληρώνουν ένα μέτωπο – ακόμη κι αν ο πληθυσμός έχει αποδιοργανωθεί, έχουν σκοτωθεί 500.000, περίπου 14 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει το σπίτι τους – επίσης συμπληρώνονται έρχονται απ’ έξω και οι εξοπλισμοί.

Αυτό σημαίνει ότι η «ικανότητα» δράσης πολεμικής και επιβίωσης πολεμικής, μεγαλώνει. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες περιοχές του πλανήτη που έχουμε αυτές τις εντάσεις.

Έχοντας αυτή την σχετική αστάθεια στα βόρειά μας και τη σχετική αστάθεια στην ανατολική Μεσόγειο, ένα από τα πρώτα μας καθήκοντα ήταν να στηρίξουμε τη σταθερότητα της Αιγύπτου. Θα μου πείτε: «Τι σταθερότητα; Δεν παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα;». Σε όλες αυτές τις χώρες παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν το υποτιμάμε καθόλου.

Αλλά έχω μια φράση που λέω στις διεθνές μου σχέσεις, ότι «για να υπερασπιστείς τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να υπερασπιστείς πρώτα τις ανθρώπινες ζωές», να επιβιώσουν οι άνθρωποι.

Αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι όταν πίσω από την Αίγυπτο, στο Σουδάν, έχουμε ένα εμφύλιο πόλεμο, πίσω από το Σουδάν έχουμε χώρες οι οποίες είναι κατεστραμμένες -από το Μαλί μέχρι την Ερυθραία και τη Σομαλία- τότε κάθε αστάθεια μιας χώρας που έχει σχεδόν 98 εκατομμύρια πληθυσμό, εκ των οποίων πάνω από τα δυο τρίτα είναι νέοι χωρίς προοπτικές δουλειάς και οράμα, κάθε αποσταθεροποίηση –όχι μετασχηματισμός, τον θέλουμε και τον στηρίζουμε τον δημοκρατικό μετασχηματισμό- θα φέρει όχι 1.000 και 100.000 πρόσφυγες, θα φέρει εκατομμύρια στην περιοχή μας.

Και από αυτή την άποψη ακολουθούμε μια πολιτική σταθερότητας τόσο απέναντι στην Αίγυπτο όσο και απέναντι στους βόρειους και ανατολικούς μας γείτονες.

Σε αυτούς τους γείτονες υπάρχει μια σχετικά ισχυρότερη δύναμη, η Τουρκία. Την Τουρκία την χαρακτηρίζουμε εμείς με δυο τρόπους: είναι μια νευρική δύναμη και μια δύναμη αναθεωρητισμού.

Ο όρος «νευρική δύναμη» προέρχεται από το 19ο αιώνα, όταν έπεσε ο Καγκελάριος Μπίσμαρκ και η νέα ηγεσία της Γερμανίας δεν επεδίωκε πλέον μια ισορροπία στην Ευρώπη και με τις δυο πτέρυγές της, τη Ρωσία και την Αγγλία τότε, αλλά επεδίωκε να ανατρέψει αυτή τη σταθερότητα με νέους εξοπλισμούς ιδιαίτερα στο στόλο, προκαλώντας το Ηνωμένο Βασίλειο,  επιδεικνύοντας συνεχώς μια νευρικότητα γιατί δεν ήξερε με ποιο τρόπο θα αλλάξει τις καταστάσεις που είχε βρει στην ισορροπία του Μπίσμαρκ. Αυτή η νευρικότητα ξέρουμε που οδήγησε. Αν δεν είναι κανένας προσεκτικός και αν δεν παλεύει να την αποτρέψει, εκδηλώνεται ποικιλόμορφα.

Η νευρικότητα αυτή, συνδέεται και με έναν αναθεωρητισμό, δηλαδή με κάποιον που δεν αποδέχεται τις διεθνείς Συνθήκες, τους διεθνείς συσχετισμούς, τις διεθνείς καταστάσεις όπως είναι και θέλει να τα αναθεωρήσει, να τα ανατρέψει. Κλασικό παράδειγμα αναθεωρητισμού, όταν η Άγκυρα λέει ότι «η Συνθήκη της Λωζάνης πρέπει να τεθεί στο τραπέζι και να υπάρξει αναθεώρησή της».

Βέβαια στην πραγματικότητα η Τουρκία, σε επιμέρους θέματα της Συνθήκης της Λωζάνης, έχει κάνει ήδη παραβιάσεις. Σας θυμίζω μόνο το αυτοδιοίκητο της Ίμβρου και της Τενέδου, για το οποίο θα μιλήσουμε στην παρουσίαση ενός βιβλίου σε λίγες μέρες.

Τι χρειάζεται προσοχή; Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις μια νευρική χώρα με τάσεις αναθεωρητισμού, δεν πρέπει να πέφτεις στην παγίδα του προβοκαρίσματος. Η δική μας εξωτερική πολιτική είναι να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της χώρας αλλά με τρόπο που να μην στρέφει όλη τη νευρικότητα και τον αναθεωρητισμό, πάνω μας.

Δεν έχουμε κανένα λόγο, την ώρα που δεν τους αρέσει το τι κάνει η Ολλανδία ή η Γερμανία, να τους πούμε «εεεε γιατί τσακώνεστε με αυτούς; Ελάτε να τσακωθείτε με εμάς. Δίπλα είμαστε και έχουμε διάθεση καυγά». Αυτή τη διάθεση για καυγά που πρέπει να την προσέχουμε και να μην παρασυρόμαστε, αφορά και το Κυπριακό.

Για μας το μέγιστο εθνικό μας πρόβλημα, όπως το ονομάζουν οι Κινέζοι το «μέγιστο κεντρικό πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής», είναι το Κυπριακό. Διότι είναι ένα σημείο όπου συμπυκνώνονται πάρα πολλές αντιθέσεις, ένα σημείο που διαφορετικές δυνάμεις έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Ορισμένοι τείνουν να ξεχάσουν ότι η Κύπρος δεν είναι όπως λέει ο ποιητής «ένα πεδίο βολής», ούτε είναι όπως λέει το όμορφο ποίημα απλώς «ένα χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο μέσα στη θάλασσα». Η Κύπρος είναι και πρέπει να είναι ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.

Κατά συνέπεια, όσον αφορά το Κυπριακό, ασφαλώς η εξωτερική μας πολιτική στον πυρήνα της θέλει λύση του Κυπριακού. Αλλά, όταν λέμε λύση ενός προβλήματος, πρέπει να ορίσουμε ποιο είναι αυτό το πρόβλημα. Δεν είναι ότι “δεν παίζει καλά η ομάδα”, δεν είναι ότι η εθνική ποδοσφαίρου της Κύπρου δεν έχει το σωστό σύστημα 4-4-2 και παίζει 4-5-1, δεν είναι αυτά τα ζητήματα.

Είναι ότι η Κύπρος, κομμάτι του νησιού, έχει καταληφθεί κατά τρόπο παράνομο από τις δυνάμεις της Τουρκίας. Αυτές οι δυνάμεις κατέλαβαν την Κύπρο στο όνομα τάχα ότι τους το επέτρεπαν οι συμφωνίες του 1960,  αξιοποιώντας το βαρύτατο έγκλημα -εγώ έχω ζητήσει τέσσερις φορές δημόσια συγγνώμη στην Κύπρο τον τελευταίο χρόνο και το έκανα και πάλι πριν μερικές μέρες- της ελληνικής Χούντας.

Όμως αυτή η συμπαιγνία του εγκλήματος της Χούντας και της παράνομης κατοχής από τον τουρκικό στρατό της βορείου Κύπρου, αλλά και τα σημάδια που άφησε η παραμονή αυτού του παράνομου τουρκικού στρατού δεν επιτρέπουν να ξανα υπάρξουν συμφωνίες που να μπορεί να επικαλείται ο οποιοσδήποτε για να επεμβαίνει στην Κύπρο.

Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε παρεμβατικά δικαιώματα στην Κύπρο, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε κάποιοι να παριστάνουν τους εγγυητές σε ένα κράτος – μέλος του Ο.Η.Ε. και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει μάλιστα δικαιώματα ελέγχου της Τουρκίας που είναι υποψήφιο κράτος για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν μπορούμε να δεχτούμε αναχρονιστικές εγγυήσεις με τις οποίες παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του ανθρώπου, τα δικαιώματα των κρατών, ο διεθνής νόμος, το διεθνές Δίκαιο και οι αποφάσεις του Ο.Η.Ε. της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Στο Κυπριακό έχουμε μια προμετωπίδα: το μέγιστο δυνατό των δικαιωμάτων για τους Τουρκοκυπρίους και η μέγιστη ασφάλεια για τους Ελληνοκυπρίους. Αυτό σημαίνει ότι τα τουρκικά στρατεύματα, οι τουρκικές εγγυήσεις και οι διαθέσεις-προδιαθέσεις για παρεμβάσεις πρέπει να φύγουν.

Και αυτό το λέμε διότι πιστεύουμε ότι οι δυο Κοινότητες μπορούν να ζήσουν εν ειρήνη, αλλά μακριά από την επιρροή και την μπότα τη στρατιωτική τρίτων δυνάμεων.

Το είπα και στην Κύπρο θα το πω και εδώ: ένα από τα διδάγματα της κυπριακής ιστορίας είναι ότι συχνά πιστέψαμε στο διεθνές Δίκαιο και στους διεθνείς θεσμούς και πιστέψαμε ότι ο Ο.Η.Ε. θα δώσει όλες τις λύσεις. Αλλά ο Ο.Η.Ε. είναι χώρες με συμφέροντα, κάποιες φορές πέρα από το διεθνές Δίκαιο. Εκπρόσωποι κάποιων από αυτές τις χώρες εξυπηρετούν αυτά τα συμφέροντα ή θεωρούν ότι η κυπριακή πλευρά είναι πιο αδύνατη και άρα μπορούν να την πιέσουν πιο εύκολα από ό,τι την τουρκική πλευρά.

Και γι’ αυτό κάλεσα τους εκπρόσωπους του διεθνούς Οργανισμού να μην συμπεριφέρονται ως δικηγόροι ή λομπίστες συμφερόντων τρίτης χώρας, όπως είναι η Τουρκία.

Να πω ένα παράδειγμα. Άκουσα να λένε τις προάλλες -και μάλιστα ρώτησα τη Νομική μας Υπηρεσία για άλλη μια φορά για να είμαι σίγουρος- «δώστε τις τέσσερις ελευθερίες ειδικά στην Τουρκία και ας μην είναι κράτος–μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Και όταν τέθηκε το ερώτημα «Αυτό τι δουλειά έχει στη διαπραγμάτευση; Αυτό είναι μια σχέση ανάμεσα στην Τουρκία και στις Βρυξέλλες, γιατί ανακατεύονται οι διαμεσολαβητές;», η  απάντηση ήταν «διότι έχουμε το παράδειγμα Βραζιλίας – Πορτογαλίας», ότι όπως οι Πορτογάλοι είχαν ροές Βραζιλιάνων, έτσι μπορεί να έχει και η Κύπρος.

Με τη διαφορά ότι η συμφωνία και το Πρωτόκολλο για την Πορτογαλία αφορούσε αυτούς που απωθούσαν τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Πορτογαλία, στα πλαίσια του Σένγκεν, λόγω της κοινής τους γλώσσας, κουλτούρας και προέλευσης και προκειμένου από εκεί να φύγουν πίσω στη Βραζιλία. Δεν ήταν είσοδος Βραζιλιάνων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε σχήμα με το οποίο θα ξέκοβαν την Πορτογαλία από το γενικό ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Πολλοί, ιδιαίτερα εδώ στην Αθήνα, με κατηγορούν και μας κατηγορούν για εθνικισμό. Υποστηρίζουν είναι αναχρονιστικά αυτά που λέμε ότι πρέπει να φύγουν τα κατοχικά στρατεύματα. Και αναρωτιέμαι: είναι  καινούργιο πεδίο του εκσυγχρονισμού η κατοχή κρατών; Μα αυτό υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια, ούτε εκσυγχρονισμός είναι, ούτε διεθνές Δίκαιο είναι.

Μήπως, όταν υπερασπίζονται τα παράνομα, τα άνομα δικαιώματα της Τουρκίας πάνω στο Σώμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, μήπως -αναρωτιέμαι- στο όνομα της μάχης ενάντια σε ένα ανύπαρκτο ελληνικό εθνικισμό, υπερασπίζονται τους βασικότερους και πιο θεμελιακούς στόχους του τουρκικού εθνικισμού;

Μήπως, αντί για λύση, μας καλούν στην παράδοση; Δεν είμαστε από αυτές τις δυνάμεις που θα πούμε ότι το να παραδίδεται κανείς και να αφήνει τον εφιάλτη να περνάει αμαχητί αποτελεί λύση του Κυπριακού προβλήματος. Να το ξέρουν όλοι: η ελληνική εξωτερική πολιτική θέλει λύση που να ωφελεί όλους, και τους Τουρκοκύπριους και τις μειονότητες και τους Ελληνοκύπριους, αλλά ταυτόχρονα «φυλάττομεν Θερμοπύλες».

Να το πω γενικότερα: τί θέλει η εξωτερική πολιτική, η πολυδιάστατη δική μας πολιτική; Ποιές αρετές πρέπει να έχουμε; Πρώτον, να έχουμε σταθερότητα και να διαμορφώνουμε καινούργιες δομές -θα πω γι’ αυτές. Δεύτερον, να έχουμε ενεργητικότητα, να μην αφήνουμε να μας παίρνουν τα πράγματα από κάτω και να μην αφήνουμε να πέφτει τίποτα κάτω από όσα λέγονται εις βάρος μας ή εις βάρος του δικαίου.

                   Τρίτον, η εξωτερική πολιτική απαιτεί νηφαλιότητα. Δεν είναι κουτσομπολίστικη αρένα ή καυγάς η εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική θέλει καθαρό κεφάλι, νηφάλιο κεφάλι και να σκέφτεσαι πιο μακριά. Αυτό σημαίνει νηφαλιότητα. Νηφαλιότητα σημαίνει ότι χρειάζεται και υπομονή και όλοι μας και εγώ πρέπει πάντα να μαθαίνω στην υπομονή, στη μη αντίδραση τη στιγμή που όλα φαίνονται να καίγονται, ενώ δεν καίγονται ακόμα.

                   Όχι στην αντίδραση για να δώσουμε τίτλους στις εφημερίδες. Εκείνες καλά κάνουν τη δουλειά τους. Εμείς θέλουμε υπομονή για να καταλάβουμε και να αντιμετωπίσουμε σε βάθος ένα πρόβλημα. Που σημαίνει ότι απαιτείται σοβαρότητα. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι παιχνιδάκι. Από το μαχαίρι ενός χειρουργού που πάει να χειρουργήσει μπορεί να εξαρτάται άμεσα η ζωή ενός ανθρώπου, αλλά η εξωτερική πολιτική έχει μακρόχρονες συνέπειες για το κράτος μας και για το λαό μας. Μπορεί να μη φαίνεται άμεσα το ένα ή το άλλο λάθος, αλλά μακροχρόνια μπορεί να έχει πολύ χειρότερες επιπτώσεις απ’ ό,τι το ένα ή το άλλο λάθος δυο ή τριών χειρουργών. Να είναι  πολύ πιο μαζικές και αρνητικές οι επιπτώσεις.

                   Θέλει σοβαρότητα και άρα -με αφορμή το παράδειγμα του χειρουργού- θέλει επιστημονική γνώση και εκπαίδευση. Γι’ αυτό, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων στην αντιπολίτευση, επανασυστήσαμε το Επιστημονικό μας Συμβούλιο, ξαναφτιάξαμε το Κέντρο Ανάλυσης και Σχεδιασμού, ενισχύουμε την επιστημονική γνώση στο Υπουργείο μας. Διότι, όλη αυτή η εξωτερική πολιτική που πρέπει να γίνεται νηφάλια και υπομονετικά, πρέπει επίσης να καταπολεμά τη διαφθορά. Οφείλω να σας πω ότι είμαι ικανοποιημένος που έχουμε και δικαστικές αποφάσεις εις βάρος στελεχών του Υπουργείου που -κατ’ εξαίρεση, ενάντια στη σωστή, ορθολογική στάση, την πατριωτική και υπεύθυνη στάση των υπαλλήλων του Υπουργείου σε όλες τις βαθμίδες και κλάδους- κάνανε και εγκλήματα με τις βίζες, με τα διαβατήρια και με άλλα.

                   Σήμερα στο Υπουργείο μας αυτά έχουν τελειώσει. Και μαζεύουμε και λεφτά και στενοχωρούμε κάποιους.

                   Όλα αυτά πρέπει να κατατείνουν σε ένα πράγμα: να αναβαθμίζουν τη χώρα μας στο διεθνές σύστημα. Και εάν είναι κάτι για το οποίο μπορούμε στο Υπουργείο Εξωτερικών να είμαστε υπερήφανοι, χάρη στο εξαιρετικά καλό στελεχικό δυναμικό που έχει -και τους είμαι υπόχρεος και τους ευχαριστώ προσωπικά για κάθε στιγμή και μέρα συνεργασίας- είναι ότι καταφέραμε, αντί η εξωτερική πολιτική να είναι βαρίδι που να σέρνει στο βάθος μια χώρα σε κρίση, να είναι μια δύναμη που να ανασύρει από τα βάθη του βυθού τη χώρα και να την προστατεύει στο βαθμό που μπορεί σε όλες τις διεθνείς σχέσεις.

                   Αυτό πώς το κάνουμε; Το κάνουμε με συνέπεια, δημιουργώντας νέες δομές. Έχουμε φτιάξει ειδικές τριμερείς συνεργασίες που δημιουργούν ένα δίκτυο προστασίας στην περιοχή μαζί με την Κύπρο, με την αδελφή Κύπρο και με χώρες όπως η Ιορδανία, η Παλαιστίνη, ο Λίβανος, το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Έχουμε φτιάξει τετραμερείς συνεργασίες εδώ στα σύνορά μας με τη FYROM, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Ή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με Κροατία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Ελλάδα.

                   Φτιάχνουμε αυτή την εποχή μια καινούργια τετραμερή με Αρμενία, Γεωργία, Βουλγαρία και Ελλάδα. Έχουμε φτιάξει μια μεγάλη δομή σταθερότητας, ασφάλειας για τη χώρα που ονομάζουμε “πνεύμα της Ρόδου”. Κάνουμε σε λίγες μέρες τη 2η Διεθνή Διάσκεψη της Ρόδου, που είναι μια Διάσκεψη με θετική ατζέντα, όχι μόνο για τους πολέμους που μιλήσαμε πριν, αλλά πώς μπορούμε να αναπτύξουμε τη συνεργασία μας από τα πανεπιστήμια και τη νεολαία μας μέχρι τις μεταφορές και τις τηλεπικοινωνίες.

                   Χρειαζόμαστε σήμερα μέσα στην κρίση θετικές ατζέντες στην εξωτερική μας πολιτική. Και μια τέτοια είναι και η υπεράσπιση που κάνουμε στις πολιτιστικές και θρησκευτικές κοινότητες στη Μέση Ανατολή. Σας θυμίζω  ότι οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες που επιδιώκουν κάποιοι να φτιάξουν στην Ευρώπη, υπήρχαν εδώ και 2.000 χρόνια σε αυτές τις περιοχές και ξεριζώνονται και κανείς δεν αντιδρά με επάρκεια.

                   Και, επίσης, καινούργια θετική ατζέντα αποτελεί αυτό που μια εβδομάδα μετά το Πάσχα θα συγκροτήσουμε, η συνάντηση των δέκα μεγαλύτερων πολιτισμών, από την Κίνα μέχρι το Περού και τη Βολιβία. Οι δέκα μεγαλύτεροι πολιτισμοί της αρχαιότητας είναι επίκαιροι σήμερα και αποτελούν μεγάλη πολιτισμική, πνευματική, -ήπια, όπως λέγεται- δύναμη, αλλά και οικονομική. Θέλουμε τη σταθερότητα και γι’ αυτό εργαζόμαστε και για τη λύση και τη συναίνεση των ζητημάτων που έχουν να κάνουν με την ΑΟΖ.

                   Επιτρέψτε μου, στα πλαίσια αυτής της εξωτερικής πολιτικής, να σας μιλήσω και για τις δεύτερες μεγάλες τεκτονικές αλλαγές που γίνονται στο σύγχρονο κόσμο. Αλλαγές που επηρεάζουν την εξωτερική μας πολιτική και συνδέονται με τις νέες παραγωγικές δυνάμεις και τις αλλαγές στην κοινωνία. Σας θυμίζω ότι η ανθρωπότητα, όσον αφορά τις παραγωγικές δυνάμεις, όχι τις σχέσεις, έζησε μια μεγάλη επανάσταση, την αγροτική, όπου ο άνθρωπος συνδέθηκε με το ζώο και το χρησιμοποίησε ως εργαλείο προέκτασης της δύναμης του χεριού του.

                   Έχουμε τη βιομηχανική επανάσταση, την πρώτη, κατά την οποία ο άνθρωπος συνδέθηκε με τη μηχανή και έγινε η προέκταση όλης της δύναμης και των ικανοτήτων του.

                   Περάσαμε στη δεύτερη μεγάλη βιομηχανική επανάσταση, την αλυσίδα παραγωγής και τον ηλεκτρισμό. Ποιός δεν θυμάται σχετικά τη γνωστή ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν που δείχνει αυτήν την εξέλιξη με την απλότητα του κινηματογράφου;

                   Εκεί συναντήθηκε το κοινωνικό κράτος με τη μαζική παραγωγή. Μετά είχαμε την τρίτη επανάσταση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, των computers, και την ψηφιακή. Σήμερα, από τη σκοπιά της ανάπτυξης των δυνατοτήτων, των δυνάμεων της κοινωνίας, ζούμε μια τέταρτη βιομηχανική επανάσταση.

                   Επιτρέψτε μου να την περιγράψω και να σας πω τι κατά τη γνώμη μας πρέπει να κάνουμε. Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση από πολλούς, στην Ιαπωνία ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται και ως “η πέμπτη κοινωνία”. Από άλλους, στον αγγλοσαξονικό χώρο, λέγεται “η δεύτερη εποχή των μηχανών”. Είναι ανάγκη να καταλάβουμε τι είναι αυτές οι αλλαγές.  Βρισκόμαστε εδώ και 8 χρόνια σε κρίση. Αλλάζουν τα παγκόσμια πρότυπα, αλλάζει ο τρόπος παραγωγής, δημιουργούνται καινούργιες δυνατότητες. Δυνατότητες να παρακάμψει κανείς στάδια. Ακόμα και εάν βρίσκεσαι πίσω, μπορείς να βρεθείς μπροστά. Γιατί είναι ο νέος τύπος τεχνολογίας. Και εμείς βρισκόμαστε μέσα στην κρίση. Ανάμεσα στα χειρότερα πράγματα που έφερε αυτή η κρίση -ανεργίες, φτώχεια, άστεγους, τη νεολαία μας να φεύγει έξω- ήταν και το ότι χάνουμε την επαφή μας με αυτό τον καινούργιο κόσμο που έρχεται. Αν δεν προλάβουμε, θα βρεθούμε πάρα πολύ πίσω.

                   Είναι ανάγκη να καταλάβουμε αυτές τις αλλαγές που μας δίνουν νέες δυνατότητες για ανάπτυξη, που απαιτούν υψηλά ειδικευμένη, καλά εκπαιδευμένη εργατική τάξη και υπαλλήλους και μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.

                   Τι είναι αυτή η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση; Η δεύτερη εποχή των μηχανών; Είναι η ικανότητα να συσσωρεύεται γνώση μέσα σε μηχανές, να αποθηκεύεται, να γίνεται η επεξεργασία της, να παράγεται μαζικά και να διαχέεται. Είναι η ικανότητα μέσω νέων επιστημών, όπως είναι η βιοτεχνολογία, να μιμείται η μηχανή, όχι πια τον μυ του ανθρώπου, αλλά τα φαινόμενα της φύσης. Να μπορεί να αναπτύσσεται, όπως αναπτύσσονται τα φυσικά φαινόμενα. Να μπορεί η ίδια η τεχνολογία να αναπαράγει την τεχνολογία.

                   Και αυτή να τη βλέπουμε σε αυτό που ονομάζουμε τεχνική διανόηση. Η ρομποτική. Όπου τα ρομπότ κινούνται είτε σαν ζώα, είτε σαν μυρμήγκια, είτε σαν πεταλούδες, είτε ακόμα όπως και ο άνθρωπος-παραγωγός. Έχουμε το internet των πραγμάτων. Αυτό που λέμε 3D, το οποίο μπορεί να αναπαράγει σαν φωτοτυπία, όχι ένα χαρτί αλλά ολόκληρες μηχανές, ολόκληρα συστήματα, ακόμα και σπίτια. Και βέβαια μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από την τρομοκρατία με αρνητικό τρόπο.

                   Έχουμε τη νανοτεχνολογία, όπου μετά από 400 χρόνια ροπής προς την όλο και μεγαλύτερη τεχνολογία και παραγωγή, υπάρχει ταυτόχρονα και μια τάση προς τη μικρή παραγωγή, δηλαδή σε αυτό που μπορεί να μπει μέσα στο αίμα και να φωτογραφίσει σε όλη του τη διαδρομή, όλο το σώμα μας, να αποτυπώσει τα στοιχεία που χρειάζονται παρέμβαση και να κάνει με ένα μικρό νανοτεχνολογικό ρομπότ μια επέμβαση.

                   Ή που μπορεί να ανακαλύψει σε δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα καλωδίων ή αγωγών το σημείο όπου βρίσκεται η αδυναμία, το κενό και το λάθος.

                   Έχουμε τα αυτοκινούμενα που σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ στη μαζική παραγωγή, από το αυτοκίνητο μέχρι τις στρατιωτικές μηχανές.

                   Έχουμε τις νέες ενέργειες.

Δεν είναι  πρόθεσή μου να σας περιγράψω όλα αυτά τα νέα επιτεύγματα και δυνατότητες της τεχνολογίας. Θέλω όμως να σημειώσω τα εξής: αυτή η νέα τεχνολογία παράγει και άλλη. Είναι αυτοτροφοδοτούμενη, «αυτοποιούμενη» όπως θα λέγαμε στη θεωρία συστημάτων της βιολογίας. Δεν κινείται γραμμικά, αλλά με επιτάχυνση.

                   Δηλαδή μπορεί να ξεπεράσει γρήγορα τις όποιες καθυστερήσεις και να διασυνδέσει με όλους τους τρόπους την κοινωνία.

Άρα, πρέπει σήμερα παλεύοντας και υπερασπίζοντας την εξωτερική πολιτική της χώρας, τη διεθνή της θέση και τα συμφέροντα αυτού του τόπου, να αναλογιστούμε, βγαίνοντας από την κρίση, πού θα βγούμε και τι διαφορετικό θέλουμε να φτιάξουμε στην κοινωνία μας.

                   Να ξανακτίσουμε ένα όνειρο, να ξαναδώσουμε παραστάσεις και προοπτικές στους νέους ανθρώπους. Διότι αυτή η ανάπτυξη, που μπορεί και πρέπει να είναι δίκαιη και θα είναι δίκαιη, έχει ένα σημαντικό κλειδί: τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο πυρήνας αυτών των αλλαγών. Η διανοητική του ικανότητα, η μόρφωσή του, η εκπαίδευσή του, είναι που τροφοδοτούν αυτή την τέταρτη επανάσταση.

                   Άρα χρειαζόμαστε επειγόντως επενδύσεις στην έρευνα και στην εκπαίδευση, στο κοινωνικό κράτος και στην υγεία, ώστε να παρακάμψουμε τις όποιες καθυστερήσεις και να προχωρήσουμε στην ανάπτυξη. Αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη μας, ότι  η χώρα χρειάζεται αλλαγές. Π.χ. μπορούμε να κατασκευάσουμε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Τεχνολογικά Πάρκα, ώστε να συγκεντρώσουμε υψηλής ποιότητας τεχνολογικές και διανοητικές ικανότητες.

                   Μπορούμε να ιδρύσουμε ένα καινούργιο πανεπιστήμιο – πολυτεχνείο, που να συγκεντρώνει όλες τις επιστήμες που συνδέονται με αυτή την τεχνολογική ανανέωση και όχι μόνο τις τεχνικές, αλλά και τις  κοινωνικές, ψυχολογικές και όλες  αυτές να είναι επικεντρωμένες στον τρόπο υλοποίησης αυτής της μεγάλης κοινωνικής αλλαγής. Και να υπάρξουν και ανάλογα μαθήματα στο σχολείο και να υπάρξουν και ανάλογες δημόσιες συζητήσεις.

Χρειάζεται να συζητήσουμε και για το πώς θα ανανεωθεί ο τόπος, πώς θα αναπτύξει την παραγωγικότητά του και πώς τα κέρδη αυτής της παραγωγικότητας θα είναι δημόσια και δίκαια κατανεμημένα.

                   Θέλουμε δηλαδή να κάνουμε ένα τεχνολογικό άλμα που να ανοίγει νέους ορίζοντες στη χώρα. Να αξιοποιήσουμε δε και το δυναμικό που διαθέτει η χώρα. Γνωρίζετε τι δυναμικό απαιτούν αυτές οι αλλαγές; Πρώτον, καλά μορφωμένους ανθρώπους, που στη χώρα μας, μάς «περισσεύουν». Φεύγουν στο εξωτερικό.

                   Και δεύτερον, ανθρώπους που ξέρουν ξένες γλώσσες. Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο είχα φοιτητές, νέα παιδιά 23, 24 χρονών, που γνώριζαν 7, 8, 10 γλώσσες, και μάλιστα δύσκολες. Πολυτάλαντοι άνθρωποι.

                   Διαθέτουμε δηλαδή το ανθρώπινο δυναμικό. Βέβαια, θα μου πείτε -για να έρθω και στο τελευταίο μου πολιτικό σημείο- καλά όλα αυτά για την τεχνολογική ανανέωση, όμως εδώ που βρισκόμαστε σήμερα, είναι δύσκολα. Ας πούμε για τη συμφωνία που έγινε προχθές στη Μάλτα, δεν θέλω να το παρακάμψω.

                   Εάν με ρωτήσετε να σας πω εάν είναι αυτό που εγώ επιθυμούσα, θα σας απαντήσω, όχι. Κι αυτό γιατί αυτή η συμφωνία φτιάχνεται, κατασκευάζεται πάνω σε καταστροφικές πολιτικές 10ετιών και πάνω σε συμφωνίες που υπάρχουν ουσιαστικά από το 2008. Άρα βασίζεται σε ένα πεδίο που υπάρχει ήδη.

                   Από μια άλλη σκοπιά θα έλεγα, ναι, γιατί ο τρόπος που έγινε αυτή η συμφωνία καταδεικνύει ότι δημιουργήθηκαν νέες συμμαχίες και νέες δυνατότητες. Το γεγονός ότι ακόμα και στο εσωτερικό της γερμανικής κυβέρνησης υπάρχουν διαφωνίες για το πώς θα αντιμετωπιστεί το ελληνικό ζήτημα, είναι ένα γεγονός, είναι ένας τελείως διαφορετικός παράγοντας συγκριτικά με την κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν πριν από 5, 6 και 7 χρόνια.

                   Επίσης, γιατί οι αποφάσεις αυτές της συμφωνίας, στηρίζουν και πάλι το κοινωνικό κράτος. Είναι οι προϋποθέσεις για τη μείωση του χρέους. Θα δώσουν από το καλοκαίρι αύξηση της ρευστότητας, που είναι ένα κλειδί για την οικονομία του τόπου. Θα ανοίξουν και το δρόμο γι’ αυτό το διαφορετικό μέλλον, που σας ανέφερα προηγουμένως.

                   Σημαίνει όμως ότι όλα είναι καλά με τη νέα συμφωνία; Όχι. Όμως να σας πω κάτι: Σε τι διαφέρουμε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις;

 Πρώτα από όλα, αυτή η συμφωνία έχει καλά – θετικά στοιχεία που εξισορροπούν κάθε τι αρνητικό. Κάτι που δεν υπήρχε στο παρελθόν.

                   Δεύτερον, έχει να κάνει με το ηθικό – πνευματικό στοιχείο μας. Κανείς μας δεν είπε ότι αυτές τις δύσκολες πλευρές της συμφωνίας τις επιθυμούσαμε ή ότι ήταν απαραίτητες. Ήταν συμβιβασμός. Προχωρήσαμε σε συμβιβασμό και πήραμε και πράγματα που δεν θελήσαμε.

                   Αλλά εμείς δεν συγκρινόμαστε με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, που μετά από κάθε συμφωνία, η οποία ήταν δέκα φορές χειρότερη, την χαρακτήριζαν ως καταπληκτική, κατηγορώντας, για τα προβλήματα αυτών των συμφωνιών στην εφαρμογή τους, τον ελληνικό λαό που είναι  «τεμπέλης» και «ξενυχτάει»….

                   Και υπήρχε και η τρίτη γραμμή σύμφωνα με την οποία, αν οι συμφωνίες δεν μας είχαν επιβληθεί από τους ξένους, θα τις είχαμε κάνει και μόνοι μας.

Αυτοί όμως που διαμαρτύρονται σήμερα νομίζουν ότι έχουμε ξεχάσει πως είχαν παραδεχθεί ότι ήθελαν αυτές τις συμφωνίες και ότι  θα τις έφερναν και  μόνοι τους.

Όχι κυρίες και κύριοι. Εμείς παλέψαμε για μια πολύ καλύτερη συμφωνία και είμαστε ειλικρινείς. Υπάρχουν και στοιχεία που δεν μας αρέσουν και είναι  αποτέλεσμα της κατάστασης που βρήκαμε και των συμβιβασμών που κάναμε. Αλλά ο συμβιβασμός μας είναι καλός και προωθητικός. Δεν πρόκειται για έναν κακό συμβιβασμό ώστε να αναγκαζόμαστε να κατηγορούμε τον ελληνικό λαό.

                   Και βέβαια μας δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουμε το κοινωνικό κράτος, την υγεία και την κοινωνική πολιτική.

Θα σας πω κάτι που το λέω σε κάθε ομιλία μου εδώ και χρόνια. Όλη αυτή η κατάσταση απαιτεί ένα μοντέλο ανάπτυξης. Απαιτεί και καλές διαπραγματεύσεις. Χρειάζεται όμως να αναπτύξουμε και το κοινωνικό κράτος. Και αυτό είναι που στοχεύουμε με αυτή τη συμφωνία. Αυτή η κατάσταση απαιτεί επίσης και κάτι άλλο, στο οποίο αναφέρομαι πάντα. Την ανάπτυξη για του πολιτισμού μας. Διότι περνάμε δύσκολες και αβέβαιες εποχές, όχι μόνο από την κρίση της Ελλάδος, αλλά και από τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο.

                   Σε αυτές τις εποχές αναδεικνύεται ξανά και ο ρόλος της θρησκείας, γιατί προσφέρει παρηγοριά σε όποιον αισθάνεται ανασφάλεια. Χρειάζεται λοιπόν, να ξαναβρούμε το νήμα του μεγάλου μας λαϊκού πολιτισμού, ο οποίος φέρνει στην επιφάνεια, με τον δικό του τον καλλιτεχνικό και πολιτισμικό τρόπο το «ανείπωτο».

                   Επίσης, προσφέρει αισιοδοξία. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο το καλό κινηματογραφικό έργο, η όμορφη μουσική, ο χορός, διαγράφει τα αρνητικά αισθήματα και φέρνει το χαμόγελο και την προσμονή. Και οι κοινωνίες δεν δημιουργούνται χωρίς ανθρώπους που να δικαιούνται και χαμόγελο και προσμονή.

                   Εμείς – για να τελειώσω – του ΠΡΑΤΤΩ, είμαστε, όπως γνωρίζετε, μια δύναμη που έχουμε την τιμή -και ευχαριστούμε και το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ και τον Πρωθυπουργό-, να συμμετέχουμε στην κυβέρνηση και να δρούμε σε τομείς ενδιαφέροντες και δύσκολους. Είμαστε μια δύναμη που στηρίζουμε πάντα σταθερά το μεγάλο έργο αυτής της κυβέρνησης σωτηρίας, με σοβαρότητα και ευθύνη.

                   Έχουμε, κατά κάποιο τρόπο, μια δική μας πολιτική κουλτούρα, πιο πατριωτική, ίσως καμία φορά σκεφτόμαστε πιο ρομαντικά και πιο μακριά, αλλά έχουμε κοινούς στόχους με όλες τις δυνάμεις που συγκυβερνούμε και με τον κύριο κορμό της κυβέρνησης που έχει επικεφαλής μια μεγάλη προσωπικότητα, τον Αλέξη Τσίπρα και με τους ΑΝΕΛ, που χαιρόμαστε που συνεργαζόμαστε.

                   Τελειώνοντας, θέλω να πω κάτι. Πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν δεξιά και αριστερά θέματα. Αλλά υπάρχουν δεξιές και αριστερές απαντήσεις. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να ασχολούμαστε με τα πιο πολύπλοκα, σύνθετα και δύσκολα θέματα. Να μη θεωρούμε ότι το θρησκευτικό θέμα αφορά τη δεξιά και του εκσυγχρονισμού την αριστερά. Υπάρχουν «δεξιές» απαντήσεις για τον εκσυγχρονισμό και υπάρχουν κληρικοί που πάλεψαν για την απελευθέρωση σε δεκάδες χώρες του κόσμου. Δεν υπάρχουν λοιπόν δεξιά και αριστερά θέματα. Υπάρχουν δεξιές και αριστερές απαντήσεις.

                   Και για να το θέσω πιο σωστά; Δεν έχει σημασία πώς θα τις πείτε: δεξιές ή αριστερές. Για μας και οι δικές μας προτάσεις και απαντήσεις είναι  απαντήσεις και προτάσεις που κοιτούν προς τα εμπρός. Για το καλό του λαού, έναντι σε αυτούς που στοχεύουν να μας κρατούν στην παγίδα των μνημονίων, της ολιγαρχίας και της διαφθοράς.

                   Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΜΕΛΟΥΣ
Αρέσει σε %d bloggers: